|
ΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΑ ΕΙΔΗ ΖΩΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ - WWF EΛΛΑΣ
 |
Tσακάλι (Canis aureus)
Το τσακάλι μέσα σε λίγα σχετικά χρόνια έφτασε από κοινό είδος να απειλείται με εξαφάνιση στην Ελλάδα. Ήδη η περιοχή εξάπλωσής του έχει συρρικνωθεί σημαντικά σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του ’90.
Πλέον η βιοκοινότητα δεν ξεπερνά τα 1500 άτομα. Αυτά περιορίζονται σε απομονωμένους πληθυσμούς στην Α. Μακεδονία – Θράκη, τη Χαλκιδική, την παραλιακή ζώνη της Φωκίδας, την Πελοπόννησο, τη Σάμο, και με μικρές ομάδες στην Κερκίνη και στον Αξιό.
Βασικοί παράγοντες της δραματικής αυτή μείωσης του πληθυσμού του τσακαλιού είναι η καταστροφή του βιοτόπου του εξαιτίας μιας σειράς ανθρωπογενών επεμβάσεων όπως η αποξήρανση υγροτόπων, η εντατικοποίηση της γεωργίας και η αστικοποίηση, αλλά και η μείωση της κτηνοτροφίας και θήρευση προηγούμενων κυρίως χρόνων. Ως το 1990 το τσακάλι ήταν επικηρυγμένο ως επιβλαβές είδος με αποτέλεσμα δεκάδες ζώα να σκοτώνονται κάθε χρόνο. Στις υφιστάμενες απειλές ήρθαν να προστεθούν και οι πρόσφατες καταστροφικές πυρκαγιές.
Το WWF Ελλάς από το 2000 μέχρι σήμερα μελετά τους πληθυσμούς τους τσακαλιού στην Πελοπόννησο και τη Χαλκιδική τόσο για να διαπιστώσει σε πιο στάδιο βρίσκονται οι πληθυσμοί του είδους αλλά και να διερευνήσει κατά πόσο επηρεάστηκαν από τις πυρκαγιές.
Ακούστε ήχους τσακαλιών
| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ |
|
| Επιστημονικό όνομα: |
Canis aureus L. |
| Κοινό όνομα: |
Τσακάλι (Χρυσό) |
| Περιγραφή: |
Θηλαστικό της οικογένειας των κυνοειδών, συνήθως δεν ξεπερνά το μέγεθος ενός σκύλου ράτσας κόκερ. Αν και το κάθε άτομο ποικίλει όσον αφορά στο χρώμα που φέρει το τρίχωμά του –ιδίως στην περιοχή του κεφαλιού και του λαιμού- το κόκκινο, καφέ, χρυσό και αργυρό χρώμα φαίνεται να είναι τα κυρίαρχα. |
| Τροφή: |
Παρ’ όλη την κακή τους φήμη τα τσακάλια είναι σχεδόν κατά το ήμισυ φυτοφάγα και τρέφονται με φρούτα και μούρα. Το υπόλοιπο μισό της δίαιτάς τους αποτελείται από ψοφίμια και μικρά ζώα όπως αμφίβια, βατράχια, ψάρια, ποντίκια, κουνέλια, έντομα και πουλιά ενώ αναμφισβήτητα καμιά φορά επιτίθενται σε πρόβατα. |
| Βιότοπος: |
Ευρεία κατανομή παγκοσμίως, από τη Σενεγάλη ως την Ινδία. Σε κάποια μέρη θεωρείται κοινό, παντού όμως οι πληθυσμοί του μειώνονται. Στην Ελλάδα απαντάται στα χαμηλά υψόμετρα, κοντά σε καλλιέργειες, στην παραλιακή ζώνη ή και κοντά σε σημεία με νερό. |
| Κύριες απειλές: |
Καταστροφή βιοτόπου και, μέχρι το 1990 οπότε και άλλαξε ο νόμος, θήρευση καθώς είχε κηρυχθεί επιβλαβές είδος. |
|
κλείσιμο |
 |
Δελφίνι
Το δελφίνι είναι αναμφίβολα το αγαπημένο θηλαστικό των ελληνικών θαλασσών. Στη χώρα μας απαντώνται εννέα είδη από ένα σύνολο τριάντα δύο ειδών που παρατηρούνται παγκοσμίως.
Βιολογία Τα δελφίνια ανήκουν στην τάξη των κητωδών (78 είδη περίπου) όπως και οι συγγενικές τους φάλαινες. Οι πρόγονοι των σημερινών δελφινιών εμφανίστηκαν πριν από 65.000.000 χρόνια και οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι ήταν χερσαία θηλαστικά που με την πάροδο του χρόνου προσαρμόστηκαν στο υγρό στοιχείο και έγιναν αμφίβια, προτού εξελιχθούν σε θαλάσσια θηλαστικά.
Αναπνέουν με πνεύμονες και διατηρούν, όπως ο άνθρωπος, σταθερή τη θερμοκρασία του σώματός τους ανεξάρτητα από αυτήν του περιβάλλοντος. Καλύπτονται από ένα παχύ στρώμα λίπους, το οποίο προσφέρει μόνωση και βοηθά στην κολύμβηση. Τα θωρακικά πτερύγια βοηθούν επίσης στην κολύμβηση, το ουραίο χρησιμοποιείται για ώθηση, ενώ το ραχιαίο προσφέρει ισορροπία μέσα στο νερό.
Στο μεγάλο και καμπύλο μέτωπό τους βρίσκεται το σύστημα ηχοεντοπισμού, ένα είδος σόναρ, με τη βοήθεια του οποίου προσανατολίζονται, εντοπίζουν την τροφή και επικοινωνούν μεταξύ τους. Επίσης, μπορούν και επικοινωνούν με σφυρίγματα, κρότους και ήχους που παράγουν με τα σαγόνια τους. Τα δελφίνια φαίνεται να έχουν αναπτύξει ένα είδος επικοινωνίας, το οποίο οι επιστήμονες δεν έχουν καταφέρει να αποκωδικοποιήσουν.
Μετά την ηλικία των πέντε ετών είναι ικανά προς αναπαραγωγή και κάθε δύο με τρία χρόνια, έπειτα από κύηση 12 μηνών, γεννούν ένα μικρό, μήκους περίπου 1μ., το οποίο θηλάζει και παραμένει με τη μητέρα του τρία έως έξι χρόνια.
Στις ελληνικές θάλασσες απαντώνται τέσσερα είδη δελφινιών : το ρινοδέλφινο (Tursiops truncatus), το ζωνοδέλφινο (Stenella coeruleoalba), το κοινό (Delphinus delphis), και με μικρότερη παρουσία το σταχτοδέλφινο
Κίνδυνοι - Απειλές Οι φυσικοί εχθροί των δελφινιών είναι ελάχιστοι. Κι όμως τα δελφίνια κινδυνεύουν στη Μεσόγειο καθώς και παγκόσμια. εξαιτίας μιας σειράς ανθρώπινων δραστηριοτήτων:
- Η θαλάσσια ρύπανση: Ίσως, ο κυριότερος κίνδυνος για την επιβίωση των κητωδών. Καθώς τα δελφίνια βρίσκονται στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας συγκεντρώνουν μεγάλες ποσότητες τοξικών ουσιών στο σώμα τους. Ένα μεγάλο μέρος αυτών περνάει μέσω του θηλασμού και στις επόμενες γενεές. Μερικοί από τους ρυπαντές είναι τόσο τοξικοί ή συγκεντρώνονται σε τόσο μεγάλες ποσότητες που προκαλούν άμεσο θάνατο. Συχνότερα όμως, εξασθενούν τον οργανισμό, προκαλούν επιπλοκές στην αναπαραγωγή, χρόνιες ασθένειες ή δυσλειτουργίες και κατά συνέπεια απειλούν την επιβίωσή των δελφινιών.
- Η τυχαία σύλληψή τους σε αλιευτικά εργαλεία: Η χρήση αφρόδιχτων και το λαθραίο ψάρεμα με δυναμίτιδα ευθύνονται για το θάνατο χιλιάδων δελφινιών και άλλων θαλάσσιων θηλαστικών κάθε χρόνο.
- Η υπεραλίευση: Η όλο και μεγαλύτερη απαίτηση του ανθρώπου για τροφή από τη θάλασσα έχει σαν αντίκτυπο την εξάντληση των αλιευτικών πόρων, επηρεάζοντας άμεσα την επιβίωση των δελφινιών. Δελφίνια που πιθανά δυσκολεύονται να εντοπίσουν τροφή, έλκονται από τη λεία που είναι παγιδευμένη στα δίχτυα και δημιουργούν συχνά ζημιές στα αλιευτικά εργαλεία με οικονομικό αντίκτυπο στους αλιείς.
- Η εσκεμμένη θανάτωσή τους: Η φαλαινοθηρία ξεκίνησε πριν εκατοντάδες χρόνια. Ένα, ένα τα είδη των μεγάλων φαλαινών αλιεύθηκαν σε σημείο να κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Το 1986, μετά από συντονισμένες προσπάθειες πολλών περιβαλλοντικών οργανώσεων συμφωνήθηκε η απαγόρευση της φαλαινοθηρίας.. Επίσης, Πολλά είδη δελφινιών αλιεύονται τώρα πιο έντονα σε σχέση με το παρελθόν στην προσπάθεια να αντικατασταθεί το κρέας της φάλαινας στην αγορά, μετά την επίσημη απαγορέυση της φαλαινοθηρίας. Παρόλα αυτά, εκατοντάδες φαλαινών αλιεύονται ακόμα με την δικαιολογία της επιστημονικής έρευνας. Παράλληλα, η ανταγωνιστική σχέση των δελφινιών με τους ψαράδες είναι μια άλλη περίπτωση σκόπιμης θανάτωσης δελφινιών, όπου έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις με χρήση κυνηγετικών όπλων.
- Η υποβάθμιση της παράκτιας ζώνης: Είδη όπως το ρινοδέλφινο, που ζουν σε παράκτιες περιοχές δέχονται άμεσα τις επιπτώσεις της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης της παράκτιας ζώνης. Μεγάλα έργα όπως η κατασκευή μεγάλων λιμανιών, ιχθυοκαλλιεργειών και η έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην ισορροπία του της παράκτιας οικοσυστήματος.
- Η σκόπιμη σύλληψή τους: Πρόβλημα αποτελεί σε διεθνές επίπεδο η σύλληψη δελφινιών, τα οποία στη συνέχεια τίθενται σε καθεστώς αιχμαλωσίας για ποικίλους λόγους (δελφινάρια, στρατιωτικά πειράματα, κ.ά).
Η δράση του WWF Ελλάς Το WWF Ελλάς, σε συνεργασία με άλλες 12 διεθνείς και ελληνικές ερευνητικές και περιβαλλοντικές ΜΚΟ ζητά την άμεση λήψη διαχειριστικών μέτρων της αλιείας για την προστασία ενός από τους τελευταίους πληθυσμούς κοινού δελφινιού της Μεσογείου στην περιοχή Natura 2000 του εσωτερικού αρχιπελάγους του Ιονίου ζητούν από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων.
Σύμφωνα με τα επιστημονικά στοιχεία, η υπεραλίευση κυρίως από γριγρί έχει προκαλέσει την καταστροφή του θαλάσσιου οικοσυστήματος και την δραματική μείωση του αριθμού κοινών δελφινιών από 150 σε 15 μέσα σε μόνο 10 χρόνια. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η συρρίκνωση του πληθυσμού των κοινών δελφινιών, αλλά και του τόνου, προκλήθηκε κυρίως από την εξάντληση της τροφής τους λόγω υπεραλίευσης. Το κοινό δελφίνι είναι ένα από τα 4 είδη δελφινιών που ζουν στη χώρα μας και ο πληθυσμός της περιοχής Natura του εσωτερικού αρχιπελάγους του Ιονίου είναι ένας από τους τελευταίους πληθυσμούς της Μεσογείου. Ο μεσογειακός πληθυσμός κοινών δελφινιών έχει συρρικνωθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια και θεωρείται υπό εξαφάνιση.
+ Δείτε και κατεβάστε το παιδικό βιβλίο "Οι φίλοι μας τα δελφίνια"
+ Δείτε το ντοκυμαντέρ "Τα δελφίνια εξαφανίζονται"
κλείσιμο |
 |
Θαλάσσια χελώνα (Caretta caretta)
Οι θαλάσσιες χελώνες ξεκινούν την ζωή τους ως έμβρυα σε αυγά που εναποθέτουν οι θηλυκές χελώνες σε αμμώδεις παραλίες. Η θερμοκρασία, καθορίζει το φύλο των νεοσσών στην κάθε φωλιά.
Η Caretta caretta, ένα από τα επτά είδη θαλάσσιων χελωνών που υπάρχουν στον πλανήτη, ζει περίπου 80 χρόνια και τρέφεται κυρίως με θαλάσσια φυτά και ασπόνδυλα –έχει μάλιστα ιδιαίτερη προτίμησή στις τσούχτρες.
Ζει στη θάλασσα αλλά έχει πνεύμονες με αποτέλεσμα να βγαίνει συχνά στην επιφάνεια της θάλασσας για να αναπνεύσει και στις αμμώδεις παραλίες όπου γεννήθηκε η ίδια για να γεννήσει. Εκεί ολοκληρώνεται ο βιολογικός της κύκλος με την ωοτοκία, την εκκόλαψη, και την είσοδο των νεοσσών στη θάλασσα.
Η αναπαραγωγή περίοδος ξεκινά νωρίς την άνοιξη στη θάλασσα. Στη συνέχεια την κάθε περίοδο ωοτοκίας οι θηλυκές γεννούν τρεις με τέσσερις φορές, τις βραδινές ώρες . Προτιμούν τις αμμώδεις παραλίες με ήπιες κλίσεις και χωρίς εμπόδια, όπου η άμμος έχει τα κατάλληλα χαρακτηριστικά, τη σωστή θερμοκρασία και υγρασία στοιχεία απαραίτητα στοιχεία για την επώαση.
Αφού η χελώνα βρει το κατάλληλο σημείο φτιάχνει τη φωλιά της με τα πίσω πτερύγια. Πρόκειται για έναν λάκκο 60 εκατοστών στον οποίο γεννά περίπου 120 αυγά άσπρα, μικρά και στρογγυλά. Μοιάζουν με μπαλάκια του πινγκ πονγκ και περιβάλλονται από μία ρευστή αντισηπτική ουσία που τα προστατεύει. Η εκκόλαψη τους διαρκεί περίπου δύο μήνες. Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών του Ιουλίου και του Αυγούστου περίπου το 70% των αυγών θα εκκολαφθεί.
Οι νεοσσοί είναι μαύρου χρώματος, έχουν μήκος πέντε εκατοστά και ζυγίζουν δεκαεπτά γραμμάρια. Μόλις εκκολαφθούν, ανεβαίνουν όλοι μαζί στην επιφάνεια της άμμου και κατευθύνονται προς τη θάλασσα. Κάνουν την έξοδό τους συνήθως κατά τη διάρκεια της νύχτας ή νωρίς το χάραμα και προσανατολίζονται προς τον φωτεινότερο ορίζοντα.
Αυτό το πρώτο ταξίδι των νεοσσών είναι και το σημαντικότερο της ζωής τους γιατί βοηθά τα χελωνάκια να προσανατολιστούν και να μπορέσουν να ξαναγυρίσουν στον ίδιο τόπο μερικές δεκαετίες αργότερα για να γεννήσουν και να αναπαραχθούν. Οι νεοσσοί έχουν να αντιμετωπίσουν πολλούς φυσικούς εχθρούς όπως καβούρια, γλάρους και ψάρια. Η θνησιμότητά τους είναι εξαιρετικά υψηλή - υπολογίζεται ότι σε κάθε χίλια χελωνάκια επιζεί και ενηλικιώνεται μόνο ένα!
Η θαλάσσια χελώνα Caretta caretta έχει καταχωρηθεί στο Διεθνές Κόκκινο Βιβλίο σαν απειλούμενο είδος. Ανάμεσα στις κύριες απειλές που αντιμετωπίζει είναι η υποβάθμιση και η καταστροφή των βιοτόπων αναπαραγωγής της, η χρήση αλιευτικών εργαλείων, η ύπαρξη σκουπιδιών και πλαστικών σακουλών.
Στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Ζάκυνθο που φιλοξενεί κάποιες από τις σημαντικότερες παραλίες για την αναπαραγωγή της Caretta caretta στη Μεσόγειο, η τουριστική ανάπτυξη κοντά στις παραλίες ωοτοκίας με τις πολεοδομικές παρεμβάσεις, τον έντονο φωτισμό και το θόρυβο καθώς και τις ανθρώπινες δραστηριότητες αναψυχής στο θαλάσσιο χώρο προβάλει ως ξεχωριστός παράγοντας που επηρεάζει αρνητικά τις περιοχές αναπαραγωγής και τις παραλίες ωοτοκίας.
| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ |
|
| Επιστημονικό όνομα: |
Caretta caretta |
| Περιγραφή: |
Ένα από τα επτά είδη θαλάσσιας χελώνας που υπάρχουν στον πλανήτη. |
| Μήκος: |
Μέχρι 1 μέτρο |
| Βιότοπος: |
Ζει στη θάλασσα, αλλά λόγω του ότι έχει πνεύμονες βγαίνει συχνά στην επιφάνεια της θάλασσας για να αναπνεύσει και στις αμμώδεις παραλίες για να γεννήσει αφού εκεί ολοκληρώνεται ο βιολογικός της κύκλος, με την ωοτοκία, την εκκόλαψη, και την είσοδο των νεοσσών στη θάλασσα. |
| Κύριες απειλές: |
Υποβάθμιση και η καταστροφή των βιοτόπων αναπαραγωγής του είδους, παγίδευση σε αλιευτικά εργαλεία, ύπαρξη σκουπιδιών και πλαστικών σακουλών. Αξιοσημείωτη είναι η υποβάθμιση που συνεπάγεται η τουριστική ανάπτυξη κοντά στις παραλίες ωοτοκίας με τις πολεοδομικές παρεμβάσεις, τον έντονο φωτισμό και το θόρυβο καθώς και τις ανθρώπινες δραστηριότητες αναψυχής στο θαλάσσιο χώρο. |
κλείσιμο |
 |
Μαυρόγυπας (Aegypius monachus)
Ο Μαυρόγυπας είναι σπάνιο και τοπικό επιδημητικό είδος που έχει χαρακτηριστεί προστατευόμενο καθώς πλέον κινδυνεύει με εξαφάνιση στην Ελλάδα σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ειδών της χώρας.
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 ήταν πολύ διαδεδομένο και πολυάριθμο, τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα όσο και στην Κρήτη. Στη συνέχεια ο πληθυσμός του συρρικνώθηκε δραματικά με αποτέλεσμα τη δεκαετία του 1980 η αναπαραγωγή του να περιοριστεί σε δύο περιοχές της Ελλάδας - τον Όλυμπο και στο Εθνικό Πάρκο Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου.
Σήμερα ο μοναδικός αναπαραγόμενος πληθυσμός του μαυρόγυπα στη Βαλκανική απαντάται στο ΕΠ Δαδιάς όπου το WWF Ελλάς εργάζεται για την επιβίωση του εδώ και τρεις σχεδόν δεκαετίες. Αποτέλεσμα της παρουσίας του WWF στην περιοχή από το 1980 και της εγκατάστασης επιστημονικής ομάδα το 1993 είναι ο πληθυσμός του μαυρόγυπα να έχει αυξηθεί από 25 μόλις άτομα το 1980, σε 90-100 την τελευταία πενταετία.
Ο μαυρόγυπας δεν μεταναστεύει και σπάνια πετά μακριά από την περιοχή αναπαραγωγής του. Πραγματοποιεί όμως κοντινές μετακινήσεις, ιδιαίτερα στη μη αναπαραγωγική ηλικία, με αποτέλεσμα μαυρόγυπες από το ΕΠ Δαδιάς συχνά μετακινούνται δυτικά έως το νομό Δράμας και βόρεια σε κοιλάδες του Άρδα εντός της Βουλγαρίας. Συχνάζει σε δασώδεις ημιορεινές και ορεινές περιοχές και φωλιάζει σε ώριμα πεύκα που περιβάλλονται από μικρά ανοίγματα ή χαμηλή βλάστηση σε πολύ απότομες πλαγιές.
Ζευγαρώνει διά βίου. Από τον Ιανουάριο οι γονείς ξεκινούν τις αναπαραγωγικές τους πτήσεις πάνω από τη φωλιά τους, και κατασκευάζουν μαζί τη φωλιά που μετά από χρόνια συνεχούς χρήσης μπορεί να φτάσει ένα μέτρο ύψος και δύο μέτρα πλάτος. Το θηλυκό γεννά στα τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου ένα αβγό, το οποίο επωάζουν και οι δύο γονείς για διάστημα 55-60 ημερών. Το μικρό ανεξαρτητοποιείται σε ηλικία 3,5 μηνών και πετά από τη φωλιά του, ενώ ωριμάζει για αναπαραγωγή σε 5-6 χρόνια.
Τα ψοφίμια θηλαστικών ζώων μικρού και μεσαίου μεγέθους αποτελούν την κύρια τροφή του. Στο ΕΠ Δαδιάς συχνά παρατηρείται να κλέβει από το έδαφος τις χελώνες που αρπάζει και σπάζει ο Χρυσαετός. Ένας από τους κύριους παράγοντες που οδήγησαν στη μείωση των πληθυσμών των μαυρόγυπων στην ελληνική ύπαιθρο ήταν η έλλειψη τροφής λόγω της αλλαγής των πρακτικών κτηνοτροφίας, από ζώα ελεύθερης βοσκής σε εσταυλισμένα ζώα. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η απώλεια, το 1987 δημιουργήθηκε χώρος συμπληρωματικής τροφοδοσίας των γυπών κοντά στο χωριό της Δαδιάς γεγονός που συνέβαλε στην αύξηση και σταθεροποίηση του πληθυσμού των μαυρόγυπων.
Ένας επίσης σοβαρός παράγοντας της μείωσης των μαυρόγυπων αλλά και των άλλων ειδών γυπών ήταν η εκτεταμένη χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων για την καταπολέμηση των μεγάλων και μικρών σαρκοφάγων ζώων, όπως οι λύκοι, τα τσακάλια, οι αλεπούδες, τα κουνάβια και οι ασβοί, καθώς και των πουλιών, όπως αετοί και κορακοειδή, είδη άγριας πανίδας που στο παρελθόν διώκονταν ως ζώα «επιβλαβή» για την αγροτική παραγωγή. Οι μαζικές θανατώσεις γυπών που τρέφονταν με τα δηλητηριασμένα νεκρά ζώα οδήγησε στη συρρίκνωση των πληθυσμών τους σε ελάχιστες περιοχές της Ευρώπης και της Ελλάδας.
Παρότι, ο όρος «επιβλαβές ζώο» δεν αναφέρεται πλέον επίσημα και η χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων έχει απαγορευτεί από το 1993 στην Ελλάδα, τα δολώματα συνεχίζουν να τοποθετούνται παράνομα στην ύπαιθρο. Τα δηλητηριασμένα ζώα που αφήνονται ανεξέλεγκτα στη φύση αποτελούν παγίδες θανάτου για τους ελάχιστους γύπες που έχουν απομείνει στην Ελλάδα και η κύρια απειλεί που αντιμετωπίζει ο μαυρόγυπας στη Δαδιά.
Επίσης η μείωση των ώριμων δέντρων λόγω εκμετάλλευσης των δασών για παραγωγή ξύλου αποτέλεσε σε συνδυασμό με τους προαναφερόμενους, ακόμη έναν παράγοντα συρρίκνωσης των πληθυσμών του Μαυρόγυπα.
Στα παραπάνω ήρθε να προστεθεί και η χωροθέτηση αιολικών πάρκων σε περιοχές αναζήτησης τροφής του μαυρόγυπα που συνιστά μία επιπλέον απειλή, το μέγεθος και τη σοβαρότητα της οποία διερευνά το WWF Ελλάς.
Το γεγονός ότι οι περισσότερες φωλιές του είδους βρίσκονται εντός της Ζώνης Αυστηρής Προστασίας του ΕΠ Δαδιάς αλλά και η μακρόχρονη συμπληρωματική τροφοδοσία που διενεργείται στην περιοχή αποτελούν τους δύο βασικούς λόγους της αύξησης του πληθυσμού.
Η ομάδα του WWF Ελλάς στην περιοχή επισημαίνει πως χρειάζεται αυστηρός έλεγχος της παράνομης χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων αλλά και ενίσχυση της ελεύθερης βοσκής και βελτίωση των πληθυσμών των οπληφόρων εντός και εκτός των ορίων του Ε.Π. Δαδιάς για να εξασφαλιστεί το μέλλον του είδους στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια.
Η ορθή χωροθέτηση των αιολικών πάρκων στους χώρους τροφοληψίας εκτός ΕΠ Δαδιάς μπορεί να μειώσει τα περιστατικά προσκρούσεων στις ανεμογεννήτριες και για αυτό το σκοπό το WWF Ελλάς έχει καταθέσει πρόταση για την υιοθέτηση ορθών πρακτικών χωροθέτησης.
| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ |
|
| Επιστημονικό όνομα: |
Aegypius monachus |
| Κοινό όνομα: |
Μαυρόγυπας & στον Έβρο καρτάλι |
| Περιγραφή: |
Ο μεγαλύτερος γύπας της Ευρώπης, σε νεαρή ηλικία έχει μαύρο χρώμα ενώ σαν ενήλικας είναι καστανόμαυρος και έχει καστανόχρωμη τραχηλιά γύρω από το λαιμό. Έχει κοντή ουρά και πλατιές φτερούγες, τις οποίες κρατά επίπεδες κατά το πέταγμα. |
| Άνοιγμα φτερών: |
2,8 - 3 μέτρα |
| Βάρος: |
7,5-8 κιλά |
| Βιότοπος: |
Στην περιοχή του δάσους Δαδιάς φωλιάζει σε πλαγιές με απότομες κλίσεις όπου κυριαρχούν τα ώριμα πευκοδάση. |
| Κύριες απειλές: |
Θνησιμότητα για την οποία ευθύνονται άμεσα ή έμμεσα οι άνθρωποι και μείωση της διαθεσιμότητας τροφής. Κύρια αιτία θανάτου αποτελούν τα δηλητηριασμένα δολώματα. |
κλείσιμο |
 |
Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra balcanica)
Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν δεκαπέντε μικροί πληθυσμοί, διάσπαρτοι στη Β. και Ν. Πίνδο, στον Όλυμπο, στη Ρούμελη, στη Ροδόπη και σε ορισμένα ακόμα βουνά των συνόρων.
Τα αγριόγιδα απαντώνται συνήθως σε κοπάδια των 5-15 ατόμων αλλά τα αρσενικά ζουν μόνα τους, εκτός από την περίοδο της αναπαραγωγής. Εκτιμάται ότι ο συνολικός αριθμός του στην Ελλάδα δεν ξεπερνά πλέον τα 500 άτομα.
Η εξαφάνιση αρκετών πληθυσμών αγριόγιδου από τα ελληνικά βουνά και η δραματική συρρίκνωση όλων των υπολοίπων οδήγησαν την πολιτεία στην απαγόρευση του κυνηγιού του. Ωστόσο, ακόμα και σήμερα το παράνομο κυνήγι παραμένει η κυριότερη απειλή για το είδος. Σε αυτό συμβάλλουν η ουσιαστικά ανύπαρκτη φύλαξη των βιοτόπων του, τα προβλήματα ή η έλλειψη φορέων διαχείρισης και ειδικών επιστημόνων και φυλάκων στις προστατευόμενες περιοχές όπου απαντάται, η συχνή οριοθέτηση των καταφυγίων άγριας ζωής χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι οικολογικές απαιτήσεις του είδους αλλά και η διάνοιξη ορεινού οδικού δικτύου ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται πολύ η προσέγγιση των λαθροκυνηγών.
Σοβαρές είναι και οι απειλές που προέρχονται από την καταστροφή και την υποβάθμιση καίριων σημείων του βιότοπου του ζώου από ορισμένες ανθρώπινες δραστηριότητες όπως το μότο κρός κλπ.
Το γεγονός ότι οι πληθυσμοί του αγριόγιδου στη χώρα μας είναι όχι μόνο λιγοστοί, αλλά και μικροί σε αριθμό ατόμων, εγκυμονεί κινδύνους γενετικής αποδυνάμωσής τους. Η απουσία επικοινωνίας και ανταλλαγής γονιδίων μεταξύ αυτών των πληθυσμών μειώνει τις πιθανότητες επιβίωσης του είδους στο απώτερο μέλλον. Ταυτόχρονα, σενάρια για εισαγωγή στη χώρα μας ατόμων από άλλες περιοχές εμπεριέχουν πάντα τον κίνδυνο της γενετικής αλλοίωσης.
Το WWF Ελλάς θεωρεί πως η προστασία ενός είδους ή μιας περιοχής προϋποθέτει επιστημονική γνώση. Για αυτό το λόγο ξεκινήσαμε πραγματοποιώντας μία μελέτη του πληθυσμού της περιοχής και προωθώντας την στους φορείς της περιοχής. Επίσης συμβάλλουμε ενεργά στην προσπάθεια να τηρηθεί η απαγόρευση του κυνηγιού στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου αλλά και στην αποτροπή της υποβάθμισης του βιοτόπου του ζώου.
| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ |
|
| Επιστημονικό όνομα: |
Rupicapra rupicapra balcanica |
| Κοινό όνομα: |
Αγριόγιδο |
| Περιγραφή: |
Το χειμώνα το τρίχωμα του σώματός του είναι σκούρο καφέ, σχεδόν μαύρο, ενώ το καλοκαίρι είναι ανοιχτόχρωμο. Στο κεφάλι ξεχωρίζουν οι σκουρόχρωμες λωρίδες που ξεκινάνε από τα κέρατα και φτάνουν στα ρουθούνια του ζώου (μία σε κάθε πλευρά). Και τα δύο φύλα φέρουν κέρατα, σχεδόν ίδιου μεγέθους, που είναι όρθια και γυριστά προς τα πίσω, σαν αγκίστρια. Τρέφεται με πόες, ενώ το χειμώνα συμπληρώνει τη διατροφή του με φύλλα, βελόνες κωνοφόρων, μπουμπούκια, κλαδάκια και λειχήνες. |
|
κλείσιμο |
 |
Μεσογειακή φώκια (Monachus monachus)
Η μεσογειακή φώκια είναι ένα από τα περισσότερο απειλούμενα με εξαφάνιση θηλαστικά στον κόσμο. Ο μισός εναπομείναντας πληθυσμός της ζει στην Ελλάδα.
Βιολογία Η μεσογειακή φώκια είναι ένα από τα 35 είδη φώκιας που υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Το μήκος των ενηλίκων ατόμων μπορεί και να φτάσει 3,80 μ. αλλά συνήθως δεν ξεπερνά τα 2,5μ.Το βάρος των μικρών ατόμων είναι 10-20 κιλά και των ενηλίκων περίπου 300.
Έχει κοντό, στιλπνό τρίχωμα, το χρώμα του οποίου ποικίλλει στις διάφορες περιοχές του σώματος από το ανοιχτό καφέ μέχρι το μαύρο με τα αρσενικά άτομα να είναι συνήθως πιο σκούρα από τα θηλυκά. Αυτό ακριβώς το σκούρο χρώμα της, που θυμίζει ράσο, και ο παχύς λαιμός της, που μοιάζει με κουκούλα μοναχού, έδωσαν στη μεσογειακή φώκια το λατινικό της όνομα που σημαίνει "φώκια μοναχός".
Οι μεσογειακές φώκιες ζουν περίπου 40 χρόνια και γεννάνε κάθε ένα ή δύο χρόνια (Σεπτέμβριο-Οκτώβριο) συνήθως ένα μικρό. Η κυοφορία διαρκεί 11 μήνες και η γαλουχία έξι ως οκτώ εβδομάδες.
Η τροφή της αποτελείται κυρίως από ψάρια και κεφαλόποδα (χταπόδια, καλαμάρια, κ.ά). Συχνά καταδύεται σε βάθη αρκετών δεκάδων μέτρων για να συλλάβει την τροφή της, η οποία σε ποσότητα πρέπει να είναι καθημερινά το 5-10% του βάρους της.
Δεινή κολυμβήτρια χάρη στο υδροδυναμικό σχήμα του σώματός της και τη φυσιολογία της, η μεσογειακή φώκια μπορεί να καταδυθεί σε μεγάλα βάθη και να παραμείνει κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας για αρκετή ώρα. Μπορεί να μειώσει τις ανάγκες της σε οξυγόνο, ώστε ακόμα και να κοιμηθεί μέσα στο νερό. Όταν χρειαστεί να αναπνεύσει, αναδύεται ενστικτωδώς, χωρίς να διακόψει τον ύπνο της.
Αν και περνά μεγάλο μέρος της ζωής της στο νερό -όπου και ζευγαρώνει- η φώκια βγαίνει συχνά στην ξηρά για να ξεκουραστεί και να γεννήσει. Παλαιότερα ζούσαν σε κοπάδια και μπορούσε κανείς να βλέπει συχνά φώκιες που έβγαιναν στις ανοιχτές παραλίες, σήμερα όμως τα ζώα καταφεύγουν σε απόμερες σπηλιές, βραχώδεις ακτές και ακατοίκητες βραχονησίδες μακριά από την ενοχλητική ανθρώπινη παρουσία.
Κίνδυνοι - Απειλές Μέχρι τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο οι άνθρωποι κυνηγούσαν τη μεσογειακή φώκια για το δέρμα της, με το οποίο έφτιαχναν παπούτσια και ζώνες, και για το λίπος της, από το οποίο έφτιαχναν σπαρματσέτα και σαπούνι. Στις μέρες μας το κυνήγι της για εμπορικούς σκοπούς έχει σταματήσει, αλλά η μεσογειακή φώκια απειλείται περισσότερο παρά ποτέ. Κυριότερα αίτια είναι η καταστροφή των βιότοπων του ζώου καθώς και η εκ προθέσεως θανάτωσή του.
Η επέκταση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο μεγαλύτερο μέρος των ακτών (κυρίως λόγω της τουριστικής ανάπτυξης) έχουν επιφέρει δραματική συρρίκνωση και υποβάθμιση των βιότοπων του είδους. Οι παραλίες όπου κάποτε ξεκουράζονταν οι φώκιες, έχουν σήμερα γεμίσει ξενοδοχεία και ταβέρνες. Το χειρότερο: ακόμα και τα τελευταία καταφύγια του ζώου, οι θαλασσινές σπηλιές, είναι πλέον προσιτά στους κατόχους σκαφών αναψυχής, που με την παρουσία τους μπορεί να ενοχλήσουν και να τρομάξουν τις φώκιες.
Στην υποβάθμιση του βιότοπου της μεσογειακής φώκιας συμβάλλει και η ρύπανση από βιομηχανικά απόβλητα και προϊόντα πετρελαίου.
Παράλληλα, η υπεραλίευση καθώς και η παράνομη αλιεία (π.χ. με χρήση δυναμίτη) έχουν οδηγήσει σε σημαντική μείωση των ιχθυαποθεμάτων. Οι φώκιες, ανήμπορες πλέον να εξασφαλίσουν αρκετή τροφή από το φυσικό τους στοιχείο, στρέφονται ολοένα και συχνότερα στα δίχτυα των ψαράδων αφαιρώντας την "ψαριά" και προξενώντας ζημιές στα αλιευτικά εργαλεία. Οι αλιείς, οργισμένοι, φτάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και στη θανάτωση των ζώων.
Η δράση του WWF Ελλάς Το WWF Ελλάς εκπόνησε προγράμματα για την προστασία της μεσογειακής φώκιας από το 1990. Έχοντας ως βασικό γνώμονα τη στενή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις ανθρωπογενείς δραστηριότητες και την επιβίωση του ζώου, η οργάνωση εξέτασε όλες τις παραμέτρους που επηρεάζουν τόσο το ίδιο το είδος όσο και το βιότοπό του και οργανώνει τη δράση της σε πολλά επίπεδα παρέμβασης.
Από το 2005, το WWF Ελλάς συμμετέχει στο πρόγραμμα MOFI (LINK ΣΕ ΔΡΑΣΕΙΣ ΑΛΙΕΙΑΣ), στόχος του οποίου η εξομάλυνση της αλληλεπίδρασης μεταξύ Μεσογειακής φώκιας και αλιείας στην Ελλάδα μέσω λύσεων που θα εξασφαλίσουν την από κοινού βιωσιμότητα της παράκτιας αλιείας και της Μεσογειακής φώκιας στη χώρα μας.
κλείσιμο |
 |
Καφέ αρκούδα (Ursus arctos)
Η αρκούδα εμφανίστηκε πριν από 35 εκατ. χρόνια και κατάφερε να προσαρμοστεί από τις παγωμένες τούνδρες της Αλάσκας και τις στέπες της Ασίας έως τα ζεστά μεσογειακά δάση της νότιας Ευρώπης.
Μέχρι το 15ο αιώνα, η κατανομή της αρκούδας κάλυπτε σχεδόν όλη τη Γηραιά Ήπειρο, αλλά από το 19ο αι. και μετά, ο πληθυσμός της μειώνεται δραματικά, λόγω του κυνηγιού και της καταστροφής των φυσικών βιοτόπων εξάπλωσής της. Σήμερα, στην Ευρώπη η καφέ αρκούδα ζει σε κάποιες χώρες με μικρούς πληθυσμούς που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Θεωρείται πλέον και νομικά είδος υπό εξαφάνιση στη δυτική, την κεντρική και τη νότια Ευρώπη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Ισπανία ο συνολικός αριθμός τους δεν ξεπερνά τις 200.
Στην Ελλάδα υπολογίζονται ότι υπάρχουν γύρω στις 150, σχηματίζοντας δύο μικρούς πληθυσμούς στις πιο απόμερες περιοχές της οροσειράς της Πίνδου και της Ροδόπης, οι οποίοι αποτελούν τους μεγαλύτερους πληθυσμούς σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αν και είναι παμφάγο ζώο, δείχνει σαφή προτίμηση στις φυτικές τροφές και ιδιαίτερα στα άγρια φρούτα, τις ρίζες και τα μανιτάρια. Επίσης της αρέσει πολύ το μέλι. Το διαιτολόγιό της περιλαμβάνει ακόμη έντομα, αμφίβια και κτηνοτροφικά ζώα.
Η αρκούδα δεν είναι εκ φύσεως επιθετική, αλλά μπορεί να επιτεθεί σε περίπτωση που νιώσει κίνδυνο για την ίδια και κυρίως για τα μικρά της. Ζει σε μεικτά ή αμιγή δάση δρυός, οξιάς και κωνοφόρων (πεύκης, ελάτης κ.ά) της ορεινής και της ημιορεινής ζώνης. Είναι ζώο μοναχικό και κινείται κυρίως το ξημέρωμα, το σούρουπο και το βράδυ, ώρες που τις προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια, καθώς δεν συμπίπτουν με ανθρώπινες δραστηριότητες.Ευκίνητη παρά τον όγκο της, μπορεί να σκαρφαλώνει σε δέντρα, καθώς και να στέκεται στα πίσω πόδια της ανιχνεύοντας καλύτερα το χώρο γύρω και τρομάζοντας με το μέγεθός της κάθε υποψήφιο εχθρό.
Γενικά είναι μοναχικό ζώο. Το αρσενικό και το θηλυκό συναντώνται μόνο στα τέλη της άνοιξης με αρχές του καλοκαιριού για να ζευγαρώσουν. Στις αρχές του χειμώνα αποτραβιέται σε προφυλαγμένα μέρη, όπως σε κοιλότητες βράχων, κουφάλες μεγάλων δένδρων και κάτω από ρίζες μεγάλων δένδρων. Εκεί πέφτει σε λήθαργο, μειώνοντας τις λειτουργίες του σώματός της για 4-5 μήνες. Κατά την περίοδο αυτή τρέφεται από το λίπος που είχε μαζέψει στους ιστούς της όσο ήταν δραστήρια. Μετά από κυοφορία 7-9 μηνών, το θηλυκό σε ληθαργική κατάσταση το γεννά ένα ή δύο μικρά. Κατά τη γέννησή τους τα μικρά αρκουδάκια είναι γυμνά και τυφλά, και ζυγίζουν μόλις 300-500 γραμμάρια. Τα πρώτα δύο χρόνια της ζωής τους ακολουθούν παντού τη μητέρα τους, που τα φροντίζει με προσήλωση.
Το παράνομο κυνήγι και η θανάτωση από πρόθεση αποτελούν την κύρια απειλή εξαφάνισης του είδους στην Ελλάδα. Αν και το κυνήγι του είδους απαγορεύεται από την νομοθεσία από το 1969 υπολογίζεται ότι 15-20 αρκούδες θανατώνονται ετησίως από ασυνείδητους.
Παράλληλα η διάνοιξη δρόμων, η κατασκευή φραγμάτων και η δημιουργία τουριστικών εγκαταστάσεων αλλοιώνουν, υποβαθμίζουν και κατακερματίζουν τους βιότοπους εξάπλωσης του είδους .
Το μόνο ενθαρρυντικό είναι ότι στην Ελλάδα έχει περιοριστεί το φαινόμενο της "αρκούδας χορεύτριας".
Το 1994 το WWF Ελλάς μαζί με τον ΑΡΚΤΟΥΡΟ και την Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης ξεκίνησαν το πρόγραμμα ΑΡΚΤΟΣ, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Γεωργίας και με συγχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στόχος του είναι η διατήρηση βιώσιμων πληθυσμών της καφέ αρκούδας στην Ελλάδα, η εξασφάλιση της επικοινωνίας των υποπληθυσμών της σε έναν ευρύτερο γεωγραφικό χώρο και η οριστική λύση του προβλήματος της παράνομης κατοχής και εκμετάλλευσης του είδους.
Το πρόγραμμα ΑΡΚΤΟΣ δεν στοχεύει να κατοχυρώσει την αποκλειστική χρήση των ορεινών μας χώρων από την αρκούδα.
Η ιστορία των ελληνικών ορεινών οικοσυστημάτων δείχνει ότι η άγρια ζωή μπορεί να συνυπάρξει με την ανάπτυξη, αρκεί οι ανθρώπινες δραστηριότητες να έχουν ως μέτρο τις δυνατότητες και τους περιορισμούς που επιβάλλει η φύση.
| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ |
|
| Επιστημονικό όνομα: |
Ursus Arctos |
| Κοινό όνομα: |
Καφέ Αρκούδα |
| Περιγραφή: |
Το χρώμα του τριχώματος ποικίλλει στις αποχρώσεις του καφέ, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο του ζώου, αλλά και το περιβάλλον |
| Ύψος: |
Το ύψος του ενήλικου ατόμου στον τράχηλο (η μικρή καμπούρα στην πλάτη της αρκούδας) φτάνει τα 1,10μ., ενώ το συνολικό μήκος από την άκρη της μύτης έως την ουρά κυμαίνεται από 1,70 έως 2,20μ. |
| Βάρος: |
110-250 κιλά το αρσενικό και 70 -120 το θηλυκό Οι διακυμάνσεις οφείλονται στην εποχιακή εναπόθεση λίπους |
| Βιότοπος: |
Δάση οξιάς, δρύος, μαυρόπευκου, ελάτης σε υψόμετρο 800-2000μ. |
| Κύριες απειλές: |
Παράνομο κυνήγι, καταστροφή βιοτόπου |
κλείσιμο | ΠΗΓΗ: WWF για ένα ζωντανό πλανίτη. | | |